H ανθεκτικότητα και ευελιξία του Έλληνα εμπόρου δεν πρέπει να αποτελεί πανάκεια

Του Θοδωρή Καπράλου, Προέδρου Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς

Τα τελευταία χρόνια, ο εμπορικός κόσμος αισθάνεται ότι συμμετέχει σε έναν σκληρό και επίπονο μαραθώνιο δρόμο μετ’ εμποδίων, χωρίς να βλέπει στον ορίζοντα την γραμμή του τερματισμού. Μετά από τα μνημονιακά χρόνια, η επώδυνη περίοδος της πανδημίας και ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέτρεψαν τα πάντα στην παγκόσμια οικονομία, βάζοντας και τις ελληνικές επιχειρήσεις στην πρωτόγνωρη περιπέτεια της ενεργειακής κρίσης, του πολύ υψηλού πληθωρισμού, της ασυνέχειας στην εφοδιαστική αλυσίδα, των αυξανόμενων επιτοκίων και της μεγάλης μείωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Περνάμε λοιπόν, ακόμη μία φορά, μέσα από συμπληγάδες και έχουμε εισέλθει στο 2023, αφενός με ανάμεικτες εντυπώσεις και αισθήματα από τις επιδόσεις του εμπορίου το 2022, αφετέρου με μεικτές προσδοκίες για την πορεία του επιχειρείν το αμέσως επόμενο διάστημα. 
Το λιανεμπόριο βρήκε τις «ενέσεις» ρευστότητας που ανέμενε τον πρώτο μήνα των χειμερινών εκπτώσεων. Έτσι, η γνωστή ανθεκτικότητα και ευελιξία του Έλληνα εμπόρου έχει μεν κρατήσει ως σήμερα ανοιχτές τις επιχειρήσεις και χωρίς απώλειες τις θέσεις εργασίας σε αυτές, σίγουρα όμως δεν αποτελεί πανάκεια για τις μεγάλες προκλήσεις που είναι μπροστά μας.

Στόχος θα πρέπει να είναι η πορεία της ελληνικής οικονομίας να μην επιβεβαιώσει δυσμενείς προβλέψεις για παγκόσμια ύφεση ή συρρίκνωση της μεγέθυνσης της.

Μεγάλης σημασίας θα είναι αρχικά  η πορεία των τουριστικών εσόδων, που είναι σε άμεση συνάρτηση με το παγκόσμιο διαθέσιμο εισόδημα. Όμως, ο πιο αποφασιστικός παράγοντας υποστήριξης της οικονομικής δραστηριότητας είναι η ένταση της απορρόφησης των πόρων του ΕΣΠΑ και του Σχέδιου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και η ενίσχυση με ρευστότητα της αγοράς μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Πρέπει να δοθεί βάρος στην τραπεζική χρηματοδότηση των μικρομεσαίων, καθώς, έως τώρα, ένα πολύ μικρό ποσοστό περίπου 15%, έχουν αυτή την δυνατότητα.

Καμιά πραγματική οικονομική μεγέθυνση δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτές είναι που αποτελούν τον κορμό της οικονομίας και μπορούν να παράξουν πολλαπλασιαστικά οφέλη, όχι μόνο για αυτήν, αλλά και για την κοινωνία. Πολλές και ισχυρές επιχειρήσεις αυξάνουν τον ανταγωνισμό, μειώνοντας τελικά τις τιμές, αυξάνουν την ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών, δίνουν θέσεις εργασίας και συμπαρασύρουν την αύξηση των μισθών,  ενώ παράλληλα αποτελούν την «ατμομηχανή» ανάπτυξης της παραγωγής και των εξαγωγών.

Η θετική πορεία των μακροοικονομικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, περνά  και από τη στήριξη των επιχειρήσεων με φορολογικές ελαφρύνσεις. Έχει φτάσει η ώρα για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών,  η θεσμοθέτηση του μέτρου του ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού, καθώς και για την ανακοίνωση ενός τελευταίου και διευρυμένου προγράμματος ρύθμισης οφειλών για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από τις συνεχείς κρίσεις. Παράλληλα, είναι καιρός, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει σε μια ελεύθερη οικονομία, ο κατώτατος μισθός να είναι προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης των θεσμοθετημένων εκπροσώπων εργοδοτών και εργαζομένων.

Ακολουθήστε το foodlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις